Το ερώτημα είναι σοβαρό και ουσιαστικό, όχι μόνο γιατί σ’ αυτό στηρίζεται η προεκλογική εκστρατεία όλων των άλλων κομμάτων αλλά γιατί απασχολεί ένα μέρος των πολιτών που επέλεξαν τον ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές του Γενάρη.
Πρώτα απ’ όλα για να βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους, με τη λέξη μνημόνιο (memorandum) θα περιγραφόταν η οποιαδήποτε συμφωνία που θα περιείχε χρηματοδότηση. Άρα το θέμα από την αρχή για τον ΣΥΡΙΖΑ δεν ήταν ο όρος με τον οποίο θα επιγραφόταν η συμφωνία, αλλά τα μέτρα που θα περιείχε. Ο ΣΥΡΙΖΑ ισχυριζόταν ότι θα υπογράψει συμφωνία (memorandum) όμως έντιμη και αμοιβαία επωφελή, χωρίς μέτρα λιτότητας που πλήττουν τους ασθενέστερους και φέρνουν ύφεση στην οικονομία. Λάθος η αισιοδοξία του με δεδομένους τους συσχετισμούς δύναμης; Πιθανότατα. Όμως πίστευε ειλικρινά ότι μπορούσε να τα καταφέρει φτιάχνοντας ένα ρήγμα που θα απελευθέρωνε και άλλες δυνάμεις που αντικειμενικά έχουν τα ίδια συμφέροντα;
Αν δεν το πίστευε πραγματικά γιατί επέμεινε 6 μήνες σε διαπραγματεύσεις, γιατί γύρισε όλη την Ευρώπη και τον κόσμο μιλώντας για την καταστροφή που φέρνουν τα μέτρα λιτότητας; Γιατί προσπάθησε και αποκάλυψε τα σχέδια της Γερμανίας και των συμμάχων της στο Λαϊκό Κόμμα για το μέλλον της Ελλάδας και των λαών της Ευρώπης;
Μεγάλο μέρος των δεξιόστροφων κομμάτων και κυρίως η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ απαντούν: Τίποτα δεν πίστευε. Ψέματα έλεγε από την αρχή. Δεν έκανε διαπραγμάτευση. Παιχνιδάκια εντυπωσιασμού έκανε.
Τότε μπαίνει το καινούριο ερώτημα. Γιατί όλοι αυτοί που ήξεραν ότι λέει ψέματα και πριν τις εκλογές και όλο αυτό το διάστημα των 6 μηνών της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ μέχρι και το δημοψήφισμα προσπάθησαν με νύχια και με δόντια να πείσουν τον κόσμο ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι επικίνδυνος γιατί έχει κρυφό σχέδιο να βγάλει την Ελλάδα από την Ευρωζώνη και την ΕΕ, να καταστρέψει τη χώρα, να ανατινάξει τα πάντα στον αέρα εφόσον δεν υπογραφεί οτιδήποτε του δίνουν; Αφού πάλι ο ΣΥΡΙΖΑ έλεγε ψέματα μόνο και μόνο για να πάρει την κυβέρνηση και στην ουσία ήταν μνημονιακό κόμμα, υπέρ της λιτότητας και του νεοφιλελευθερισμού όπως είναι η δική τους ιδεολογία, γιατί δεν έκανε ότι και ο Σαμαράς το 2012; Να ζητήσει συγγνώμη από την κα. Μέρκελ, αντί να μιλάει για κατοχικά δάνεια, γερμανικές αποζημιώσεις και υποθέσεις Siemens και να υπογράψει χωρίς καθυστερήσεις τη συμφωνία, που οι προκάτοχοί του είχαν ετοιμάσει, γράφοντας στα παλιά του παπούτσια τις προεκλογικές τους δεσμεύσεις; Μόνο η λογική του παραλόγου μπορεί να δώσει απάντηση.
Η αλήθεια είναι όμως πάντα μόνο μία, σκληρή και αδυσώπητη. Οι ηγέτες, τα κόμματα, οι λαοί δοκιμάζονται μόνο στις μεγάλες κρίσεις. Όταν ένας ηγέτης και ένα κόμμα, που βάζουν πάνω από όλα τις ανάγκες των πολλών, βρεθούν μπροστά στο δίλλημα, παίρνουν ευθύνη, σηκώνουν στις πλάτες τους το βάρος για να μην οδηγηθεί η χώρα σε άτακτη χρεωκοπία και να μην καταστραφούν παντελώς οι ασθενέστεροι οικονομικά. Κάνουν επώδυνο συμβιβασμό. Δεν νίπτουν τας χείρας τους σαν τον Πόντιο Πιλάτο και αναχωρούν, κρατώντας την ιδεολογική τους καθαρότητα και αφήνοντας όλους όσους έφεραν την χώρα στο χείλος της καταστροφής να επιστρέψουν για να την ολοκληρώσουν. Η απάντηση λοιπόν να πάρεις στην ευθύνη στο δίλλημα δεν σε κάνει μνημονικό.
Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν άλλαξε ούτε την ιδεολογία του ούτε τις αξίες του. Ήταν είναι και θα είναι με τα συμφέροντα των πολλών, όσων δεν έχουν και κατέχουν.
Ο ΣΥΡΙΖΑ κάνοντας την συμφωνία, υπογράφοντας «μνημόνιο-memorandum» βούτηξε τα χέρια του στη λάσπη για να γυρίσει τον τροχό που θα ξεκολλήσει το κάρο από τον βούρκο, που μας βούτηξαν όσοι κυβέρνησαν δεκαετίες αυτό τον τόπο.
Στον πόλεμο που ανοίξαμε με τον νεοφιλελευθερισμό και τις πολιτικές της λιτότητας κάναμε μια τακτική υποχώρηση, που μας έκανε να ματώσουμε. Δεν θα δεχτούμε όμως μοιρολατρικά την «ήττα» μας. Δεν θα συνθηκολογήσουμε με τη διαφθορά και την κλεπτοκρατία. Δεν θα παραδώσουμε για άλλη μια φορά τα «όπλα». Θα συνεχίσουμε τον πόλεμο ακόμα και σε πιο δύσκολες συνθήκες. Οι εποχές που η Αριστερά γιόρταζε μόνο ήττες πέρασαν ανεπιστρεπτί. Εμείς θα μείνουμε όρθιοι, θα δουλέψουμε με πείσμα και για τις μικρές και για τις μεγάλες νίκες του μέλλοντος. Το χρωστάμε στους άνεργους, στους απελπισμένους, στους απογοητευμένους και πάνω από όλα στα παιδιά μας.